Δεν οδηγώ για να φτάσω γρηγορότερα. Αν αυτός ήταν ο σκοπός, θα υπήρχαν ευκολότεροι, ασφαλέστεροι και πιο άνετοι τρόποι.

Οδηγώ γιατί πάνω στη μοτοσικλέτα η απόσταση παύει να είναι απλώς το κενό ανάμεσα σε δύο σημεία. Γίνεται εμπειρία. Νιώθεις τη θερμοκρασία να αλλάζει καθώς ανεβαίνεις, μυρίζεις το χώμα πριν ακόμη δεις τη βροχή, καταλαβαίνεις τον αέρα από την πίεσή του επάνω σου. Δεν παρατηρείς τον τόπο μέσα από ένα τζάμι. Βρίσκεσαι μέσα του.

Στο αυτοκίνητο, ο δρόμος περνά γύρω σου. Στη μοτοσικλέτα, περνά από πάνω σου και μέσα σου.

Ίσως γι’ αυτό η οδήγηση απαιτεί μια διαφορετική μορφή παρουσίας. Το βλέμμα προχωρά μπροστά, το σώμα διαβάζει την κλίση, τα χέρια διορθώνουν σχεδόν ανεπαίσθητα και ο νους δεν έχει την πολυτέλεια να περιπλανιέται παντού. Για λίγο, όλα συγκεντρώνονται σε αυτό που συμβαίνει τώρα.

Η ψυχολογία περιγράφει αυτή την κατάσταση ως «ροή»: τη στιγμή κατά την οποία η προσοχή απορροφάται πλήρως από μια δραστηριότητα που απαιτεί ικανότητα, κρίση και άμεση ανταπόκριση. Πάνω στη μοτοσικλέτα δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τον όρο. Τον αναγνωρίζεις από τη σιωπή που αφήνει μέσα σου.

Δεν είναι ότι σταματάς να σκέφτεσαι. Σταματάς, για λίγο, να σκέφτεσαι όλα εκείνα που δεν βρίσκονται μπροστά σου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η μοτοσικλέτα είναι απόδραση από τη ζωή. Η απόδραση έχει μέσα της την άρνηση: φεύγω για να μη δω. Η οδήγηση, όταν γίνεται συνειδητά, μοιάζει περισσότερο με επιστροφή. Απομακρύνεσαι από τον θόρυβο για να διακρίνεις καθαρότερα τι αξίζει να ακούσεις.

Υπάρχει, ασφαλώς, και ο κίνδυνος. Δεν χρειάζεται να τον εξιδανικεύουμε. Η μοτοσικλέτα δεν συγχωρεί την αλαζονεία, την απροσεξία ή την ψευδαίσθηση ότι ελέγχουμε τα πάντα. Ίσως όμως αυτή η ευθραυστότητα να είναι μέρος της αλήθειας της. Σου θυμίζει ότι ο έλεγχος είναι πάντοτε περιορισμένος και ότι η ελευθερία χωρίς μέτρο μετατρέπεται εύκολα σε ανοησία.

Ο καλός αναβάτης δεν είναι εκείνος που δεν φοβάται. Είναι εκείνος που δεν επιτρέπει ούτε στον φόβο ούτε στον ενθουσιασμό να οδηγούν στη θέση του.

Οδηγώ επίσης γιατί ο δρόμος αποκαλύπτει τους τόπους διαφορετικά. Ένα χωριό δεν είναι απλώς μια καρφίτσα στον χάρτη. Είναι η στροφή πριν από την πλατεία, η μυρωδιά από μια ξυλόσομπα, ένας άνθρωπος που σηκώνει το χέρι καθώς περνάς, ένα καφενείο που δεν θα εμφανιζόταν ποτέ σε κανέναν ταξιδιωτικό οδηγό. Η μοτοσικλέτα δεν σε μεταφέρει μόνο σε έναν προορισμό. Σε αναγκάζει να προσέξεις όσα βρίσκονται ανάμεσα.

Και τελικά, ίσως οδηγώ γι’ αυτό ακριβώς το «ανάμεσα».

Ανάμεσα στην αναχώρηση και την επιστροφή. Ανάμεσα στην προσοχή και την ελευθερία. Ανάμεσα στον άνθρωπο που ήμουν όταν έφυγα και σε εκείνον που γυρίζει λίγο αργότερα.

Δεν επιστρέφω πάντοτε με κάποια μεγάλη απάντηση. Οι περισσότεροι δρόμοι δεν προσφέρουν αποκαλύψεις. Μερικές φορές δίνουν μόνο λίγη καθαρότητα, μια εικόνα που μένει ή μια σκέψη που χρειάζεται χρόνο για να αποκτήσει όνομα.

Αλλά αυτό αρκεί.

Γιατί δεν οδηγώ μόνο για τα μέρη στα οποία πηγαίνω.

Οδηγώ και για τον άνθρωπο που επιστρέφει από αυτά.