Κάποτε, σε ένα μικρό χωριό της Πίνδου, είχα αφήσει τη μηχανή δίπλα στην πλατεία και είχα καθίσει λίγο πιο πέρα για έναν καφέ.

Ένας ηλικιωμένος άντρας, γύρω στα εβδομήντα πέντε, πλησίασε και άρχισε να την κοιτάζει. Δεν τη θαύμαζε με τον ενθουσιασμό ενός παιδιού ούτε με την περιέργεια κάποιου που σκέφτεται να αγοράσει. Περπατούσε αργά γύρω της, στεκόταν σε κάθε πλευρά και παρατηρούσε τις λεπτομέρειες χωρίς να λέει τίποτα.

Υπήρχε κάτι διαφορετικό στο βλέμμα του. Σαν να μην κοιτούσε μόνο τη μηχανή που βρισκόταν μπροστά του, αλλά κάτι πολύ πιο μακρινό.

Δεν ξέρω αν είχε οδηγήσει ποτέ. Δεν τον ρώτησα. Ίσως να θυμόταν κάποια δική του μοτοσικλέτα. Ίσως έναν δρόμο που είχε κάνει νέος. Ίσως απλώς μια ζωή που θα ήθελε να είχε ζήσει διαφορετικά. Μπορεί όλα αυτά να υπήρχαν μόνο στο δικό μου μυαλό.

Όμως, κοιτάζοντάς τον, κατάλαβα κάτι που μέχρι τότε γνώριζα μόνο θεωρητικά: ο χρόνος που έχουμε επάνω σε μια μηχανή δεν είναι απεριόριστος.

Έρχεται μια ηλικία κατά την οποία το σώμα αρχίζει να ζητά περισσότερα απ’ όσα μπορείς να του δώσεις. Τα γόνατα δεν λυγίζουν το ίδιο εύκολα, η μέση κουράζεται νωρίτερα, τα μάτια δυσκολεύονται τη νύχτα και οι ώρες στον δρόμο γίνονται βαρύτερες. Κάποια μέρα, χωρίς να το έχεις αποφασίσει πραγματικά, μπορεί να έρθει η τελευταία μεγάλη διαδρομή.

Το δύσκολο είναι ότι, όταν συμβεί, πιθανότατα δεν θα γνωρίζεις πως ήταν η τελευταία.

Όπως συμβαίνει με τόσα πράγματα στη ζωή, δεν θα υπάρξει κάποια προειδοποίηση. Δεν θα σου πει κανείς να προσέξεις καλύτερα τη στιγμή, να κρατήσεις λίγο περισσότερο τη μυρωδιά του βουνού, το φως στο τέλος του δρόμου, τη σιωπή όταν σβήνει ο κινητήρας. Απλώς, κάποτε θα κοιτάξεις πίσω και θα καταλάβεις ότι εκείνη ήταν η τελευταία φορά.

Στο μεταξύ, όμως, η ζωή γεμίζει.

Παντρευόμαστε. Κάνουμε παιδιά. Η εργασία γίνεται πιο απαιτητική, οι ευθύνες πολλαπλασιάζονται και ο χρόνος παύει να μας ανήκει ολόκληρος. Οι άνθρωποι που μας αγαπούν αρχίζουν —συχνά από πραγματικό φόβο— να μας λένε να προσέχουμε.

Και κάποια στιγμή μπορεί να ακουστεί η φράση:

«Πούλησε τη μηχανή. Έχεις οικογένεια τώρα».

Δεν είναι παράλογη σκέψη. Η μοτοσικλέτα έχει κίνδυνο και θα ήταν ανέντιμο να προσποιηθούμε το αντίθετο. Όταν υπάρχουν άνθρωποι που βασίζονται επάνω σου, η ζωή σου δεν είναι πια αποκλειστικά δική σου. Η ευθύνη απέναντί τους πρέπει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οδηγείς, τα ρίσκα που παίρνεις και την αλαζονεία με την οποία ίσως αντιμετώπιζες κάποτε τον δρόμο.

Η πατρότητα και η οικογένεια δεν σου ζητούν να φοβάσαι περισσότερο. Σου ζητούν να γίνεις σοφότερος.

Υπάρχει όμως και μια άλλη αλήθεια, για την οποία μιλάμε σπανιότερα.

Τα παιδιά, η σύντροφος, η οικογένεια και η εργασία δεν χρειάζονται μόνο έναν άντρα ασφαλή. Χρειάζονται έναν άντρα παρόντα. Έναν άνθρωπο με καθαρό μυαλό, αντοχή και κάτι ζωντανό ακόμη μέσα του. Δεν αρκεί να επιστρέφει κάθε βράδυ στο σπίτι το σώμα του, αν ο ίδιος έχει πάψει από καιρό να κατοικεί μέσα σε αυτό.

Ένας άντρας μπορεί να εγκαταλείψει, από αγάπη και καθήκον, όλα όσα κάποτε τον έκαναν να αισθάνεται ζωντανός. Στην αρχή μοιάζει με ωριμότητα. Έπειτα γίνεται συνήθεια. Και κάποια μέρα μπορεί να ανακαλύψει ότι, προσπαθώντας να ανταποκριθεί σε όλους τους ρόλους του, έχασε τον άνθρωπο που υπήρχε πριν από αυτούς.

Δεν είναι εγωιστικό να χρειάζεσαι λίγο χώρο για να επιστρέψεις στον εαυτό σου. Εγωιστικό θα ήταν να χρησιμοποιείς τη μηχανή ως τρόπο φυγής από τις ευθύνες σου. Να εξαφανίζεσαι όταν σε χρειάζονται, να οδηγείς απερίσκεπτα ή να θεωρείς τον φόβο των ανθρώπων σου εμπόδιο στην ελευθερία σου.

Άλλο, όμως, να εγκαταλείπεις τη ζωή σου κι άλλο να παίρνεις για μία μέρα τον δρόμο, ώστε να μπορέσεις να επιστρέψεις σε αυτήν καθαρότερος.

Αν για κάποιον αυτή η καθαρότητα βρίσκεται στα βουνά, δίπλα στη θάλασσα ή σε έναν άδειο επαρχιακό δρόμο, τότε οι λίγες ώρες που θα λείψει δεν αφαιρούν απαραίτητα κάτι από την οικογένειά του. Ίσως να της επιστρέφουν έναν καλύτερο άνθρωπο. Πιο ήρεμο. Πιο υπομονετικό. Περισσότερο παρόντα.

Δεν είναι η βενζίνη, η ταχύτητα ή η μηχανή από μέταλλο που έχουν σημασία. Είναι η σιωπή που δημιουργείται μέσα στο κράνος. Είναι εκείνη η σπάνια στιγμή κατά την οποία δεν είσαι εργαζόμενος, σύζυγος, πατέρας ή ο άνθρωπος που πρέπει να λύσει το επόμενο πρόβλημα.

Είσαι απλώς ένας άνθρωπος πάνω σε έναν δρόμο.

Και μερικές φορές πρέπει να απομακρυνθείς λίγο από όσα αγαπάς, όχι για να τα εγκαταλείψεις, αλλά για να θυμηθείς γιατί επιστρέφεις σε αυτά.

Ο κίνδυνος της μοτοσικλέτας είναι ορατός. Έχει άσφαλτο, ταχύτητα, λάθη και απρόβλεπτες στιγμές. Γι’ αυτό τον σεβόμαστε. Φοράμε τον εξοπλισμό μας, συντηρούμε τη μηχανή μας, περιορίζουμε τον εγωισμό μας και οδηγούμε γνωρίζοντας ότι κάποιοι περιμένουν να επιστρέψουμε.

Υπάρχει όμως και ο άλλος κίνδυνος. Είναι πιο αργός και γι’ αυτό περνά απαρατήρητος.

Είναι ο κίνδυνος να στερηθείς όλα όσα σε κρατούν ζωντανό, μέχρι να μην απομένει παρά μια ασφαλής, τακτοποιημένη εκδοχή του ανθρώπου που ήσουν. Να εκτελείς όλες σου τις υποχρεώσεις, αλλά να μη νιώθεις πια τίποτε δικό σου. Να περάσουν τα χρόνια και μια μέρα να βρεθείς σε μια πλατεία, κοιτάζοντας τη μηχανή κάποιου άλλου σαν να κοιτάζεις μια ζωή που άφησες πίσω πολύ νωρίς.

Γι’ αυτό, όταν έρθει η στιγμή, μη βιαστείς να την πουλήσεις.

Οδήγησε πιο προσεκτικά. Πιο ώριμα. Λιγότερο συχνά, αν χρειάζεται. Κάνε χώρο για τις ευθύνες σου και δώσε στους ανθρώπους σου κάθε λόγο να σε εμπιστεύονται.

Αλλά μη χαρίσεις πρόωρα στον χρόνο κάτι που εκείνος θα σου πάρει ούτως ή άλλως.

Κράτησε τη μηχανή όσο το σώμα σου μπορεί ακόμη να την ανεβάσει στο βουνό, όσο τα χέρια σου μπορούν να κρατήσουν το τιμόνι και όσο ο δρόμος εξακολουθεί να επιστρέφει στο σπίτι έναν άνθρωπο πιο καθαρό από εκείνον που έφυγε.

Γιατί κάποια μέρα θα την οδηγήσεις για τελευταία φορά.