Κόκκινο Νερό

Η ακτή μας

Ένα ξύλινο παγκάκι ανάμεσα σε δύο δέντρα, μπροστά στα κύματα στο Κόκκινο Νερό.
Το παγκάκι, στο Κόκκινο Νερό.39°50′01.90″N · 22°47′50.85″E

Κάθομαι σ’ ένα ξύλινο παγκάκι, εδώ, στο Κόκκινο Νερό, μπροστά στη θάλασσα. Είναι ένα από τα αγαπημένα μου σημεία. Όχι επειδή συμβαίνει κάτι σπουδαίο· ίσως ακριβώς επειδή εδώ δεν χρειάζεται να συμβεί τίποτα.

Ο άνεμος φυσά και σηκώνει μικρά κύματα. Από μακριά φαίνονται σχεδόν όμοια, αλλά όσο πλησιάζουν στην ακτή αποκτούν για λίγο τον δικό τους χαρακτήρα. Άλλα φουσκώνουν περισσότερο, άλλα σπάνε νωρίς, άλλα γλιστρούν αθόρυβα πάνω στα βότσαλα και χάνονται χωρίς κανείς να τα προσέξει.

Τα κοιτάζω και σκέφτομαι πως μοιάζουν με συνειδήσεις. Με ζωές που παίρνουν μορφή και προχωρούν, καθεμιά προς τη δική της ακτή.

Κάθε κύμα εμφανίζεται κάπου μέσα στη θάλασσα. Δεν γνωρίζει πού ακριβώς γεννήθηκε. Ίσως ξεκίνησε πολύ μακριά, από έναν άνεμο που δεν θα συναντήσει ποτέ, από μια καταιγίδα που έχει ήδη κοπάσει ή από μια ανεπαίσθητη κίνηση στα βάθη. Ταξιδεύει χωρίς χάρτη και χωρίς όνομα. Για λίγο ξεχωρίζει από το νερό γύρω του και μοιάζει να υπάρχει από μόνο του. Έχει σχήμα, κατεύθυνση, δύναμη. Θα μπορούσε σχεδόν να πει: «Εγώ είμαι αυτό το κύμα».

Μόνο που το κύμα δεν είναι ποτέ πραγματικά χωρισμένο από τη θάλασσα.

Η μορφή του είναι ξεχωριστή, όχι η ουσία του. Αυτό που βλέπουμε να προχωρά δεν είναι ένα αντικείμενο που ταξιδεύει πάνω στο νερό, όπως ένα καράβι. Είναι μια κίνηση του ίδιου του νερού, μια μορφή που υψώνεται, προχωρά και ύστερα σβήνει μέσα σε εκείνο που τη γέννησε.

Ίσως έτσι να συμβαίνει και μ’ εμάς.

Ερχόμαστε στον κόσμο, αποκτούμε ένα πρόσωπο, ένα όνομα, μια ιστορία. Λέμε «εγώ» και πιστεύουμε πως αυτή η μικρή λέξη περικλείει κάτι με σαφή όρια. Κουβαλάμε αναμνήσεις, φόβους, επιθυμίες, ανθρώπους που αγαπήσαμε και ανθρώπους που μας πλήγωσαν. Σχηματίζουμε σιγά σιγά μια εικόνα τόσο πειστική, ώστε ξεχνάμε το νερό από το οποίο αναδύθηκε.

Και έπειτα περνάμε μεγάλο μέρος της ζωής μας προσπαθώντας να την προστατεύσουμε. Να μην τσαλακωθεί, να μη μικρύνει, να μη χαθεί. Θέλουμε το κύμα μας να υψωθεί περισσότερο από τα υπόλοιπα, να ταξιδέψει μακρύτερα, να το παρατηρήσουν από την ακτή. Σαν να είχε η θάλασσα αγαπημένα κύματα. Σαν να κρατούσε κατάλογο με εκείνα που πέτυχαν και εκείνα που απέτυχαν.

Η θάλασσα, όμως, δεν κρατά λογαριασμό.

Δεν ρωτά ποιο κύμα ήταν πλούσιο και ποιο φτωχό, ποιο έγινε διάσημο και ποιο έμεινε άγνωστο, ποιο πίστεψε πως ήταν σπουδαίο και ποιο πέρασε τη ζωή του νιώθοντας ασήμαντο. Στην επιφάνειά της οι διαφορές υπάρχουν, αλλά δεν γίνονται ιεραρχία. Υπάρχουν ψηλά και χαμηλά κύματα, όχι ανώτερα και κατώτερα. Υπάρχουν διαφορετικές διαδρομές, όχι ζωές περισσότερο ή λιγότερο αληθινές.

Και όλα, αργά ή γρήγορα, κατευθύνονται προς μια ακτή.

Συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε τον θάνατο σαν ατύχημα που μας περιμένει στο τέλος του δρόμου. Σαν κάτι που κανονικά δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Προφέρουμε τη λέξη χαμηλόφωνα, λες και μπορεί να μας ακούσει. Τον αντιμετωπίζουμε σαν εχθρό που, με αρκετή προσοχή, τύχη ή εξυπνάδα, ίσως καταφέρουμε να αποφύγουμε.

Κι όμως, τι αλλάζει αν δούμε τον θάνατο όχι ως ατύχημα, αλλά ως προορισμό;

Όχι ως σκοπό της ζωής. Η ζωή δεν υπάρχει για να πεθάνει, όπως το κύμα δεν γεννιέται για να συντριβεί. Η ακτή, όμως, ανήκει στη διαδρομή του. Δεν εμφανίζεται ξαφνικά για να χαλάσει το ταξίδι. Βρισκόταν εκεί από την πρώτη στιγμή, ακόμη κι όταν το κύμα ήταν πολύ μακριά για να τη διακρίνει.

Αν ο θάνατος είναι προορισμός, τότε δεν αποτελεί αποτυχία. Δεν μαρτυρά ότι κάτι πήγε στραβά. Είναι η ολοκλήρωση μιας μορφής. Το σημείο όπου αυτό που για λίγο υψώθηκε επιστρέφει σε εκείνο που πάντοτε το κρατούσε.

Ίσως γι’ αυτό με ηρεμεί η θάλασσα.

Δεν μου υπόσχεται ότι δεν θα πεθάνω. Δεν μου ψιθυρίζει παρηγορητικές ιστορίες για όσα βρίσκονται μετά. Δεν αποδεικνύει ότι η συνείδηση συνεχίζεται ούτε ότι υπάρχει κάποια άλλη ζωή πίσω από τον ορίζοντα. Θα ήταν ανέντιμο να ζητήσουμε από το νερό βεβαιότητες που εμείς δεν έχουμε.

Μου δείχνει, όμως, ότι το τέλος μιας μορφής δεν είναι και το τέλος του κόσμου που τη γέννησε.

Όταν ένα κύμα σπάει στην ακτή, το νερό δεν χάνεται. Ένα μέρος του επιστρέφει στη θάλασσα. Ένα άλλο γλιστρά ανάμεσα στις πέτρες. Κάποιο θα εξατμιστεί, θα γίνει σύννεφο και ίσως πέσει σαν βροχή σ’ ένα βουνό, μακριά από κάθε ακτή. Το κύμα τελείωσε, αλλά τίποτε από όσα το αποτελούσαν δεν βγήκε έξω από τον κύκλο των πραγμάτων.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι κι εμείς συνεχίζουμε ως πρόσωπα. Ίσως το «εγώ», όπως το γνωρίζουμε, να τελειώνει πραγματικά. Ίσως η ακτή να είναι το τέλος της προσωπικής μας αφήγησης. Αλλά ακόμη κι έτσι, ήμασταν ποτέ τόσο απομονωμένοι όσο πιστεύαμε;

Το σώμα μας σχηματίστηκε από όσα υπήρχαν πριν από εμάς. Από νερό και τροφή, από χώμα και ήλιο. Από το σώμα της μητέρας μας, από την αναπνοή των δέντρων, από αναρίθμητες ζωές που προηγήθηκαν. Ακόμη και οι σκέψεις που θεωρούμε δικές μας γεννήθηκαν μέσα σε μια γλώσσα που έφτασε ως εμάς από στόματα που έχουν σωπάσει. Οι λέξεις μας κατοικήθηκαν πρώτα από άλλους ανθρώπους. Οι χειρονομίες μας κρατούν κάτι από τους γονείς μας. Ο τρόπος που αγαπάμε κουβαλά όσους μας αγάπησαν και όσους δεν μπόρεσαν να μας αγαπήσουν.

Πού ακριβώς, λοιπόν, αρχίζει αυτό το περίφημο «εγώ» και πού τελειώνει;

Ίσως μοιάζει περισσότερο με το κύμα απ’ όσο θα θέλαμε να παραδεχτούμε: αναγνωρίσιμο, μοναδικό, αλλά ποτέ αποκομμένο από ό,τι το περιβάλλει.

Η ανθρώπινη συνείδηση έχει ένα παράξενο χάρισμα. Δεν ζούμε απλώς· γνωρίζουμε ότι ζούμε. Κι όχι μόνο το γνωρίζουμε, αλλά το σχολιάζουμε αδιάκοπα. Εξετάζουμε τον εαυτό μας, συγκρίνουμε, προβλέπουμε, θυμόμαστε. Μπορούμε να καθόμαστε σε ένα ήσυχο παγκάκι μπροστά στη θάλασσα και, αντί να βλέπουμε το νερό, να ξαναζούμε μια συζήτηση που έγινε πριν από δέκα χρόνια ή να φοβόμαστε μια μέρα που ίσως δεν έρθει ποτέ.

Έτσι ο άνθρωπος υποφέρει συχνά δύο φορές: μία όταν συμβαίνει κάτι και μία όταν το φαντάζεται.

Ο κίνδυνος δεν χρειάζεται καν να είναι παρών. Μπορούμε να τον φοβόμαστε ενώ καθόμαστε ασφαλείς, πίνοντας καφέ. Μπορούμε να πεθάνουμε εκατοντάδες φορές μέσα στη φαντασία μας πριν έρθει ο πραγματικός θάνατος. Κι επειδή μπορούμε να κοιτάξουμε τη ζωή από απόσταση, αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι στεκόμαστε πραγματικά έξω από αυτήν.

Αλλά εκείνος που σχολιάζει τη ζωή δεν είναι ολόκληρος ο άνθρωπος. Είναι μία φωνή μέσα του. Χρήσιμη, κάποτε σοφή, κάποτε τρομαγμένη, μα όχι το σύνολο της ύπαρξής του. Κάτω από τα λόγια της εξακολουθεί να υπάρχει το σώμα που αναπνέει χωρίς να ζητά άδεια, η καρδιά που χτυπά, το αίμα που κυλά και τα μάτια που δέχονται το φως πριν προλάβουμε να του δώσουμε όνομα.

Η ζωή συμβαίνει βαθύτερα από την ερμηνεία της.

Ίσως αυτό να αισθάνομαι εδώ. Η θάλασσα αφήνει τις σκέψεις μου να καταλαγιάσουν. Μπροστά στον ορίζοντα, όσα πριν από λίγο έμοιαζαν αξεπέραστα ξαναβρίσκουν το μέγεθός τους. Δεν έχουν λυθεί· έπαψαν όμως, για λίγο, να καταλαμβάνουν ολόκληρο τον κόσμο.

Η επιφάνεια της θάλασσας μοιάζει να τα εξισώνει όλα. Τις μικρές ανθρώπινες νίκες και τις ήττες, τις προσβολές που αρνηθήκαμε να ξεχάσουμε, τα σχέδια που πιστέψαμε πως έπρεπε οπωσδήποτε να πραγματοποιηθούν. Από εδώ, όλα γίνονται μια λεπτή γραμμή κάτω από τον ανοιχτό ουρανό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ζωή είναι εύκολη ή ότι ο πόνος είναι ψευδαίσθηση. Η θάλασσα δεν είναι μόνο γαλήνη. Κάτω από το φως της υπάρχει πείνα, καταδίωξη, γέννηση και θάνατος. Η ίδια θάλασσα που χαϊδεύει την ακτή μπορεί να συντρίψει ένα πλοίο. Η φύση δεν είναι καλή με τον ανθρώπινο τρόπο, αλλά ούτε και κακή. Δεν μας υπόσχεται δικαιοσύνη. Μας δείχνει μονάχα πόσο στενά συνυπάρχουν η δημιουργία και η καταστροφή, πώς μέσα από τη διάλυση μιας μορφής μπορεί να γεννηθεί μια άλλη.

Η ζωή τρέφεται από ζωή. Κάθε ανάσα μας είναι ανταλλαγή με κάτι έξω από εμάς. Κάθε στιγμή υπάρχουμε επειδή κάτι άλλο μεταμορφώνεται μέσα μας. Δεν είμαστε επισκέπτες αυτού του κόσμου. Είμαστε ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο κόσμος συμβαίνει.

Ίσως, λοιπόν, η αληθινή γαλήνη να μη βρίσκεται στην πεποίθηση ότι θα συνεχίσουμε για πάντα όπως είμαστε. Ίσως να βρίσκεται στην αναγνώριση ότι ποτέ δεν υπήρξαμε ακριβώς όπως νομίζαμε: ένα απομονωμένο πλάσμα, κλεισμένο μέσα στο δέρμα του, που εμφανίστηκε από το τίποτα και κάποτε θα εξοριστεί πάλι στο τίποτα.

Ήμασταν πάντοτε μέσα στη θάλασσα.

Και η θάλασσα ήταν πάντοτε μέσα μας.

Ο άνεμος συνεχίζει να φυσά. Τα μικρά κύματα φουσκώνουν, ασπρίζουν και σπάνε μπροστά μου. Αν τα κοιτάξεις βιαστικά, μοιάζουν με αμέτρητους μικρούς θανάτους. Αν όμως μείνεις λίγο περισσότερο, αρχίζεις να διακρίνεις κάτι άλλο. Δεν είναι το νερό που πεθαίνει. Είναι η μορφή που παραδίδεται.

Κάθε κύμα φτάνει στη δική του ακτή. Άλλο με θόρυβο, άλλο σχεδόν αθόρυβα. Κανένα δεν επιστρέφει ως το ίδιο κύμα. Κανένα όμως δεν εγκαταλείπει τη θάλασσα.

Κι έτσι κάθομαι εδώ και σκέφτομαι πως ίσως δεν χρειάζεται να νικήσουμε το τέλος. Ίσως χρειάζεται μόνο να πάψουμε να ζούμε σαν να πρόκειται για λάθος. Να δεχτούμε πως η ακτή δεν είναι ο εχθρός του ταξιδιού. Είναι αυτό που του δίνει περίγραμμα, αυτό που κάνει κάθε στιγμή του νερού ανεπανάληπτη.

Όταν γνωρίζεις ότι το κύμα θα σπάσει, δεν το αγαπάς λιγότερο.

Το κοιτάζεις πιο προσεκτικά.

Και όταν δεχτείς ότι κάποτε θα φτάσεις κι εσύ στη δική σου ακτή, ίσως αρχίσεις επιτέλους να αισθάνεσαι τη θάλασσα που σε κουβαλά.

Κάθομαι λίγο ακόμη εδώ. Ακούω το νερό να τραβιέται ανάμεσα στα βότσαλα. Πιο πέρα, ένα άλλο κύμα αρχίζει να σηκώνεται.

Αυτό θέλω να το δω.

John Diamond